Η ψυχοσυναισθηματική καθήλωση των θεοσεβών.
Οι πιο πολλοί πιστοί σήμερα ερμηνεύουν χαλαρά τους κανόνες της θρησκείας τους γιατί μια κατά γράμμα εφαρμογή τους προφανώς δεν θα τους επέτρεπε να ζουν αρμονικά μέσα στον σύγχρονο κόσμο. Γίνονται δηλαδή σε κάποιο βαθμό ΑΠΙΣΤΟΙ, παραμένοντας όμως και σε κάποιο βαθμό πιστοί. Από ΒΌΛΕΜΑ. Από αποφυγή ή συνειδητή παραμέληση να αναθεωρήσουν και να επανατακτοποιήσουν τις πεποιθήσεις τους με βάση τη γνώση του κόσμου που έχουν αποκτήσει. ΑΠΙΣΤΟΎΝ άρα και προς τις γνώσεις τους και προς την πίστη τους. Είναι ανειλικρινείς προς εαυτούς και υποκριτές προς τους άλλους. Πρόκειται για μια ανέντιμη υπεκφυγή. Κάπου στη μέση, προδίδουν εξ ίσου τη λογική τους και την πίστη τους. Παρά το ότι ΓΝΩΡΊΖΟΥΝ ότι η πραγματικότητα δεν περιλαμβάνει μη φυσικές αλληλεπιδράσεις ούτε εμφανίζει υπερφυσικές παρεμβολές στη ΦΥΣΙΚΉ λειτουργία του κόσμου, επιμένουν να διατηρούν αναμμένο ένα καντηλάκι κρυφής κι ανομολόγητης πίστης ότι μπορεί και να μην είναι απόλυτα έτσι, και ότι μπορεί κάποια "ανώτερη δύναμη" - ανώτερη της φυσικής πραγματικότητας - να υπάρχει και να είναι και επικοινωνήσιμη. Με όποια ελπίδα μπορεί να συνεπάγεται αυτό. Γιατί το κάνουν;
Την καλύτερη, την τιμιότερη περίπτωση, την αποδίδει ένας όρος όχι
αντίστοιχα γνωστός προς το αληθινά μέγα πλήθος των πιστών που την
εκφράζουν: Ο φιντεϊσμός. Αφορά την πίστη σε κάτι με την ειλικρινή
παραδοχή ότι αυτή οφείλεται σε συναισθηματικές ανάγκες και όχι σε
αντικειμενική τεκμηρίωση. Οι φιντεϊστές δεν πιστεύουν ότι υπάρχουν
επιχειρήματα που να αποδεικνύουν την ύπαρξη του όποιου θεού τους.
Πιστεύουν απλώς γιατί "έτσι τους αρέσει". Γιατί "τους κάνει καλό".
Δηλώνουν δηλαδή ότι πρόκειται για μια ΕΜΜΟΝΉ για ψυχοσυναισθηματική τους
χρήση, όχι γιατί μπορούν να την υποστηρίξουν αντικειμενικά. Το
ξεκαθάρισμα αυτό τους απελευθερώνει από το βάσανο της κόντρας μεταξύ
πίστης και λογικής.
Οι υπόλοιποι όμως έχουν να αντιμετωπίσουν την εσωτερική αντίφαση που τους προξενεί, καθώς μεγαλώνουν και μορφώνονται, η συνειδητοποίηση της ανεπάρκειας επιχειρημάτων για στήριξη της βαθειά ριζωμένης από τα μικράτα τους πίστης. Η επιστήμη της Ψυχιατρικής και η Ψυχολογία, Κλινική και Κοινωνική, περιγράφουν/αναλύουν τη θρησκευτική πίστη, όταν διατηρείται στον σύγχρονο πληροφορημένο άνθρωπο, σαν μια ψυχοσυναισθηματική εξελικτική καθήλωση, μία νεύρωση. Αυτή συνίσταται σε ισχυρές εμμονικές πεποιθήσεις, ψυχαναγκαστικού τύπου και μαγικής αιτιότητας, διαμορφωμένες κατά την παιδική προ-λογική ηλικία από τις διδαχές των μεγάλων που σχετίζονται με τον φόβο, το διαχωρισμό του καλού από το κακό, του αποδεκτού από το κολάσιμο. Και σε μύθους για τους φανταστικούς ήρωες που συνδέονται και δρουν σ’ αυτές τις καταστάσεις. Με επικεφαλής τους τον Θεό. Ως τον παντοδύναμο προστάτη και εκπρόσωπο του καλού· σύμβουλο, αλλά και ελεγκτή και δικαστή για την εφαρμογή του.
Αρκετά σπάνια αυτές οι πεποιθήσεις διαλύονται μαλακά και ασυναίσθητα από την, υπό ευνοϊκές συνθήκες μάθησης, βαθμιαία επικράτηση της λογικής και της γνώσης κατά τα στάδια της ενηλικίωσης. Τότε το άτομο δεν δυσκολεύεται να διορθώσει τις παλιές πεποιθήσεις του σύμφωνα με την αποκτούμενη γνώση. Συνηθέστερα αυτή η μεταστροφή επέρχεται με δυσκολίες και μετά από εσωτερικές συγκρούσεις που προκαλεί η γνωστική ασυμφωνία των παλιών πεποιθήσεων με νέα δεδομένα που διαφοροποιούν την αντίληψη του ατόμου. Πολλές φορές όμως η μεταστροφή δεν συντελείται καν· είτε επειδή οι συνθήκες μάθησης δεν την ευνόησαν ειδικά είτε επειδή οι εμμονικές πεποιθήσεις είναι "βαθειά ριζωμένες". Τότε η γνώση που τις αντιστρατεύεται φέρνει ψυχολογικό πρόβλημα· μια δύσκολη συναισθηματική και νοητική κατάσταση εσωτερικών συγκρούσεων που ονομάζεται "γνωστική ασυμφωνία". Κι επειδή δεν γίνεται να απορριφθεί η γνώση – ιδίως από τους επαγγελματίες της – γίνεται ένας περίεργος συμβιβασμός, μια εκεχειρία αορίστου χρόνου, ανάμεσα στο βαθύ Εγώ και στη Γνώση. Που συνίσταται στο να κάνουν πως αγνοούν την αντίθεσή τους και πως "συνυπάρχουν" αρμονικά. Ο επιστήμονας-πιστός λοιπόν χρησιμοποιεί λογικά τη γνώση αλλά ΔΕΝ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΕΙ στο βαθύτερο Εγώ του. Ακόμα κι αν ο ίδιος νομίζει ότι η γνώση τον έχει αναμορφώσει, εκείνες οι παλιές πεποιθήσεις υποσυνείδητα και ασυνείδητα επηρεάζουν τη μνήμη, τις σκέψεις, την κρίση του, τη συμπεριφορά του.
Στους μη επιστήμονες και σε αυτούς που δεν νοιώθουν κάποιο καταλυτικό σεβασμό προς τη γνώση η έλευση νέας γνώσης που δείχνει να διαψεύδει την πίστη τους προκαλεί μια ισχυρή αυθόρμητη αντίδραση εχθρικά απορριπτική προς αυτή τη γνώση και μια συσπείρωση εμμονής και ισχυροποίησης της δοξασίας τους σε πείσμα κάθε λογικής. Ο κίνδυνος της διάψευσης και τής, κατά συνέπεια, ανάγκης αλλαγής σκεπτικού και συμπεριφοράς τους, προκαλεί τόσο μεγάλη δυσφορία ώστε διεγείρεται ένας αμυντικός μηχανισμός που παραγνωρίζει τη λογική προκειμένου να ενισχύσει και έτσι να διατηρήσει απείραχτο το σύνολο των δοξασιών τους. Θυμώνουν. Το Εγώ τους δεν αντέχει την απαίτηση της μάθησης για αποδοχή της πραγματικότητας και αντίστοιχη προσαρμογή, και για να μετριάσει το άγχος και την ένταση της πρόκλησης, κινητοποιεί αυτόματα και ασυνείδητα άμυνες διατήρησης του κατεστημένου του, του βολέματός του. Κλείνεται σ’ αυτό, αρνείται να δει, να ακούσει, να διαλεχτεί, να καταλάβει. Και αυτό οδηγεί στην υιοθέτηση μιας στάσης που αντιμετωπίζει την επιστήμη σαν ένα "επίγειο" μηχανιστικό εργαλείο αντίληψης, μέτρησης, μελέτης και εκμετάλλευσης του φυσικού κόσμου· κι ως εκεί· θεωρώντας ωστόσο ότι η επιστήμη και οι μέθοδοί της, όσο κι αν εξελιχθούν δεν θα είναι ποτέ ικανές και αρμόδιες να ανταποκριθούν στις πνευματικές/ψυχικές αναζητήσεις και ανάγκες του ανθρώπου. Αυτό το σιγοντάρει επίμονα η εκκλησία για να διατηρεί τους αιχμαλώτους της υπό έλεγχο.
Χρειάζεται να αναπτύξει η επιστήμη της Ψυχολογίας ένα πεδίο μελέτης και εφαρμογής για ζητήματα ανάρρωσης από τη θρησκεία και την πίστη.
Υ.γ: Η λογική πλάνη που συνιστά η προσφυγή στην άγνοια, στην επιστημονική τουλάχιστον κοινότητα, δεν ισοσκελίζει τις δύο αντιθετικές συνεπαγωγές.
Δηλαδή:
1. Δεν μπορούμε να αποδείξουμε ότι δεν υπάρχει Θεός. Άρα, ο Θεός υπάρχει.
2. Δεν μπορούμε να αποδείξουμε ότι υπάρχει Θεός. Άρα, ο Θεός δεν υπάρχει.
Γενικά, η δεύτερη μορφή της προσφυγής στην άγνοια είναι αποδεκτή στην επιστημονική μέθοδο, λόγω της αδυναμίας να αποδείξουμε μία αρνητική δήλωση και λόγω της μη διαψευσισμότητας των θετικών δηλώσεων. Οι επιστημολόγοι υποδεικνύουν ότι μία θετική δήλωση είναι αδύνατο να διαψευσθεί, κάτι το οποίο θα απαιτούσε παντογνωσία, ενώ μία αρνητική δήλωση είναι σαφώς ευκολότερο, με την υπόδειξη της ύπαρξης της εν λόγω αμφισβητούμενης οντότητας. Άρα, σε συνδυασμό με το ξυράφι του Όκαμ, η επιστημονική μέθοδος δεν υποθέτει την ύπαρξη οντοτήτων χωρίς κάποια απόδειξη, αν και η ύπαρξή τους είναι πιθανή λογικά.
Η λογικά πιθανή ύπαρξη χρίζει ιδιαίτερης προσοχής για το τι ακριβώς θεωρεί η επιστήμη λογικό και άρα πιθανό. Παραδείγματος χάριν εάν κάποιος ρίξει ένα νόμισμα 1.000.000 φορές η επιστήμη δεν θεωρεί παράλογο τον ισχυρισμό ούτε θεωρεί ότι είναι «σχεδόν βέβαιο» ότι δεν θα έρθει 1.000.000 φορές γράμματα. Η πιθανότητα να έρθει 1.000.000 φορές γράμματα είναι 2−1.000.000, αριθμός μεγαλύτερος του μηδενός άρα όχι απίθανο και ούτε παράλογο να το ισχυριστεί κάποιος. Η αδυναμία της επιστήμης να αποδείξει ως απίθανο αυτόν τον ισχυρισμό δεν σημαίνει φυσικά ότι θα βρεθεί ποτέ άνθρωπος που θα στοιχηματίσει στο σενάριο του 1.000.000 φορές γράμματα. Αντίθετα η ύπαρξη θεϊκών οντοτήτων, όπως του Ρα, Θωρ, Δία και άλλων αρχαίων ή σύγχρονων θεών γίνεται αποδεκτή από την συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων και η αδυναμία της επιστήμης να αποδείξει την «μη ύπαρξη τους» απετέλεσε και αποτελεί το ισχυρότερο επιχείρημα των θεϊστών διαχρονικά.
Στο βιβλίο του «The Demon-Haunted World» (Κεφάλαιο 12 - The Fine Art of Baloney Detection) ο Καρλ Σαγκάν συνόψισε την προσφυγή στην άγνοια λέγοντας «Η απουσία αποδείξεων δεν αποτελεί απόδειξη της απουσίας».
Η προσφυγή στην άγνοια σε συνδυασμό με την προσφυγή στην αυθεντία και το το σύνδρομο της αγέλης έχουν διαχρονικά χρησιμοποιηθεί και χρησιμοποιούνται για την χειραγώγηση των μαζών, την εξάπλωση και αποδοχή από την πλειοψηφία των ανθρώπων λανθασμένων θέσεων και ιδεών καθώς και στην αποδοχή σαν πραγματικότητα απίθανων ισχυρισμών.
Οι υπόλοιποι όμως έχουν να αντιμετωπίσουν την εσωτερική αντίφαση που τους προξενεί, καθώς μεγαλώνουν και μορφώνονται, η συνειδητοποίηση της ανεπάρκειας επιχειρημάτων για στήριξη της βαθειά ριζωμένης από τα μικράτα τους πίστης. Η επιστήμη της Ψυχιατρικής και η Ψυχολογία, Κλινική και Κοινωνική, περιγράφουν/αναλύουν τη θρησκευτική πίστη, όταν διατηρείται στον σύγχρονο πληροφορημένο άνθρωπο, σαν μια ψυχοσυναισθηματική εξελικτική καθήλωση, μία νεύρωση. Αυτή συνίσταται σε ισχυρές εμμονικές πεποιθήσεις, ψυχαναγκαστικού τύπου και μαγικής αιτιότητας, διαμορφωμένες κατά την παιδική προ-λογική ηλικία από τις διδαχές των μεγάλων που σχετίζονται με τον φόβο, το διαχωρισμό του καλού από το κακό, του αποδεκτού από το κολάσιμο. Και σε μύθους για τους φανταστικούς ήρωες που συνδέονται και δρουν σ’ αυτές τις καταστάσεις. Με επικεφαλής τους τον Θεό. Ως τον παντοδύναμο προστάτη και εκπρόσωπο του καλού· σύμβουλο, αλλά και ελεγκτή και δικαστή για την εφαρμογή του.
Αρκετά σπάνια αυτές οι πεποιθήσεις διαλύονται μαλακά και ασυναίσθητα από την, υπό ευνοϊκές συνθήκες μάθησης, βαθμιαία επικράτηση της λογικής και της γνώσης κατά τα στάδια της ενηλικίωσης. Τότε το άτομο δεν δυσκολεύεται να διορθώσει τις παλιές πεποιθήσεις του σύμφωνα με την αποκτούμενη γνώση. Συνηθέστερα αυτή η μεταστροφή επέρχεται με δυσκολίες και μετά από εσωτερικές συγκρούσεις που προκαλεί η γνωστική ασυμφωνία των παλιών πεποιθήσεων με νέα δεδομένα που διαφοροποιούν την αντίληψη του ατόμου. Πολλές φορές όμως η μεταστροφή δεν συντελείται καν· είτε επειδή οι συνθήκες μάθησης δεν την ευνόησαν ειδικά είτε επειδή οι εμμονικές πεποιθήσεις είναι "βαθειά ριζωμένες". Τότε η γνώση που τις αντιστρατεύεται φέρνει ψυχολογικό πρόβλημα· μια δύσκολη συναισθηματική και νοητική κατάσταση εσωτερικών συγκρούσεων που ονομάζεται "γνωστική ασυμφωνία". Κι επειδή δεν γίνεται να απορριφθεί η γνώση – ιδίως από τους επαγγελματίες της – γίνεται ένας περίεργος συμβιβασμός, μια εκεχειρία αορίστου χρόνου, ανάμεσα στο βαθύ Εγώ και στη Γνώση. Που συνίσταται στο να κάνουν πως αγνοούν την αντίθεσή τους και πως "συνυπάρχουν" αρμονικά. Ο επιστήμονας-πιστός λοιπόν χρησιμοποιεί λογικά τη γνώση αλλά ΔΕΝ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΕΙ στο βαθύτερο Εγώ του. Ακόμα κι αν ο ίδιος νομίζει ότι η γνώση τον έχει αναμορφώσει, εκείνες οι παλιές πεποιθήσεις υποσυνείδητα και ασυνείδητα επηρεάζουν τη μνήμη, τις σκέψεις, την κρίση του, τη συμπεριφορά του.
Στους μη επιστήμονες και σε αυτούς που δεν νοιώθουν κάποιο καταλυτικό σεβασμό προς τη γνώση η έλευση νέας γνώσης που δείχνει να διαψεύδει την πίστη τους προκαλεί μια ισχυρή αυθόρμητη αντίδραση εχθρικά απορριπτική προς αυτή τη γνώση και μια συσπείρωση εμμονής και ισχυροποίησης της δοξασίας τους σε πείσμα κάθε λογικής. Ο κίνδυνος της διάψευσης και τής, κατά συνέπεια, ανάγκης αλλαγής σκεπτικού και συμπεριφοράς τους, προκαλεί τόσο μεγάλη δυσφορία ώστε διεγείρεται ένας αμυντικός μηχανισμός που παραγνωρίζει τη λογική προκειμένου να ενισχύσει και έτσι να διατηρήσει απείραχτο το σύνολο των δοξασιών τους. Θυμώνουν. Το Εγώ τους δεν αντέχει την απαίτηση της μάθησης για αποδοχή της πραγματικότητας και αντίστοιχη προσαρμογή, και για να μετριάσει το άγχος και την ένταση της πρόκλησης, κινητοποιεί αυτόματα και ασυνείδητα άμυνες διατήρησης του κατεστημένου του, του βολέματός του. Κλείνεται σ’ αυτό, αρνείται να δει, να ακούσει, να διαλεχτεί, να καταλάβει. Και αυτό οδηγεί στην υιοθέτηση μιας στάσης που αντιμετωπίζει την επιστήμη σαν ένα "επίγειο" μηχανιστικό εργαλείο αντίληψης, μέτρησης, μελέτης και εκμετάλλευσης του φυσικού κόσμου· κι ως εκεί· θεωρώντας ωστόσο ότι η επιστήμη και οι μέθοδοί της, όσο κι αν εξελιχθούν δεν θα είναι ποτέ ικανές και αρμόδιες να ανταποκριθούν στις πνευματικές/ψυχικές αναζητήσεις και ανάγκες του ανθρώπου. Αυτό το σιγοντάρει επίμονα η εκκλησία για να διατηρεί τους αιχμαλώτους της υπό έλεγχο.
Χρειάζεται να αναπτύξει η επιστήμη της Ψυχολογίας ένα πεδίο μελέτης και εφαρμογής για ζητήματα ανάρρωσης από τη θρησκεία και την πίστη.
Υ.γ: Η λογική πλάνη που συνιστά η προσφυγή στην άγνοια, στην επιστημονική τουλάχιστον κοινότητα, δεν ισοσκελίζει τις δύο αντιθετικές συνεπαγωγές.
Δηλαδή:
1. Δεν μπορούμε να αποδείξουμε ότι δεν υπάρχει Θεός. Άρα, ο Θεός υπάρχει.
2. Δεν μπορούμε να αποδείξουμε ότι υπάρχει Θεός. Άρα, ο Θεός δεν υπάρχει.
Γενικά, η δεύτερη μορφή της προσφυγής στην άγνοια είναι αποδεκτή στην επιστημονική μέθοδο, λόγω της αδυναμίας να αποδείξουμε μία αρνητική δήλωση και λόγω της μη διαψευσισμότητας των θετικών δηλώσεων. Οι επιστημολόγοι υποδεικνύουν ότι μία θετική δήλωση είναι αδύνατο να διαψευσθεί, κάτι το οποίο θα απαιτούσε παντογνωσία, ενώ μία αρνητική δήλωση είναι σαφώς ευκολότερο, με την υπόδειξη της ύπαρξης της εν λόγω αμφισβητούμενης οντότητας. Άρα, σε συνδυασμό με το ξυράφι του Όκαμ, η επιστημονική μέθοδος δεν υποθέτει την ύπαρξη οντοτήτων χωρίς κάποια απόδειξη, αν και η ύπαρξή τους είναι πιθανή λογικά.
Η λογικά πιθανή ύπαρξη χρίζει ιδιαίτερης προσοχής για το τι ακριβώς θεωρεί η επιστήμη λογικό και άρα πιθανό. Παραδείγματος χάριν εάν κάποιος ρίξει ένα νόμισμα 1.000.000 φορές η επιστήμη δεν θεωρεί παράλογο τον ισχυρισμό ούτε θεωρεί ότι είναι «σχεδόν βέβαιο» ότι δεν θα έρθει 1.000.000 φορές γράμματα. Η πιθανότητα να έρθει 1.000.000 φορές γράμματα είναι 2−1.000.000, αριθμός μεγαλύτερος του μηδενός άρα όχι απίθανο και ούτε παράλογο να το ισχυριστεί κάποιος. Η αδυναμία της επιστήμης να αποδείξει ως απίθανο αυτόν τον ισχυρισμό δεν σημαίνει φυσικά ότι θα βρεθεί ποτέ άνθρωπος που θα στοιχηματίσει στο σενάριο του 1.000.000 φορές γράμματα. Αντίθετα η ύπαρξη θεϊκών οντοτήτων, όπως του Ρα, Θωρ, Δία και άλλων αρχαίων ή σύγχρονων θεών γίνεται αποδεκτή από την συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων και η αδυναμία της επιστήμης να αποδείξει την «μη ύπαρξη τους» απετέλεσε και αποτελεί το ισχυρότερο επιχείρημα των θεϊστών διαχρονικά.
Στο βιβλίο του «The Demon-Haunted World» (Κεφάλαιο 12 - The Fine Art of Baloney Detection) ο Καρλ Σαγκάν συνόψισε την προσφυγή στην άγνοια λέγοντας «Η απουσία αποδείξεων δεν αποτελεί απόδειξη της απουσίας».
Η προσφυγή στην άγνοια σε συνδυασμό με την προσφυγή στην αυθεντία και το το σύνδρομο της αγέλης έχουν διαχρονικά χρησιμοποιηθεί και χρησιμοποιούνται για την χειραγώγηση των μαζών, την εξάπλωση και αποδοχή από την πλειοψηφία των ανθρώπων λανθασμένων θέσεων και ιδεών καθώς και στην αποδοχή σαν πραγματικότητα απίθανων ισχυρισμών.
Τρανταχτά παραδείγματα παγκόσμιας εμβέλειας είναι η
θανάτωση του Σωκράτη για ασέβεια προς ανύπαρκτους θεούς, κυνήγι
μαγισσών τον μεσαίωνα, σύγχρονους θρησκευτικούς φανατισμούς, πίστη σε
ανύπαρκτους θεούς με ανθρωποθυσίες και μακροχρόνιους θρησκευτικούς
πολέμους, το ολοκαύτωμα της ναζιστικής Γερμανίας και άλλα πολλά.
Ο δρόμος του εμπειρικού ελέγχου είναι εντελώς κλειστός για έναν πραγματικά πιστό.
Πιστεύει γιατί πιστεύει. Τελεία. Ένας κλειστός ατέρμονος βρόχος ανατροφοδότησης με φοβερές άμυνες σε αυτό που ονομάζουμε "κοινή λογική".
Γιαυτό και δεν γίνεται απλώς με επιχειρήματα να "πείσεις" έναν πραγματικά πιστό κάποιας θρησκείας...
1. Δεν μπορείς να αποδείξεις την ανυπαρξία. Αν πετάξεις όλους τους τάρανδους από ένα βουνό και σκοτωθούνε, αυτός που θέλει να πιστεύει στον Άγιο Βασίλη θα λέει ότι οι τάρανδοι του Άγιου Βασίλη υπάρχουν και είναι μαγικοί. Δεν πρέπει εμείς να αποδείξουμε ότι ο Θεός των Χριστιανών είναι ανύπαρκτος, οι Χριστιανοί πρέπει να αποδείξουν ότι αυτός ο συγκεκριμένος Θεός υπάρχει, ενώ οι Θεοί των άλλων είναι μύθοι. Για να γελάσουμε λίγο, σε προκαλώ να μου αποδείξεις ότι δεν υπάρχει η Αόρατη Ροζ Μονόκερος, στην οποία πιστεύω. Την αγιότητά της αποδεικνύει ότι είναι ταυτόχρονα αόρατη και ροζ. Εσύ δεν μπορείς να τη δεις, γιατί είναι αόρατη. Σε εμένα όμως έρχεται στον ύπνο μου και μου δίνει πολύ σωστές συμβολές, με καθοδηγεί πάντα σε όλες τις δύσκολες στιγμές της ζωής μου. Το σπίτι μου δεν έπεσε από το σεισμό γιατί είχα προσευχηθεί να με προστατεύσει, και η αγιότητά της με άκουσε. Αφού δεν μπορείς να αποδείξεις ότι δεν υπάρχει, τότε υπάρχει, απλά είσαι πολύ σκληρόκαρδος για να δεις την αλήθεια της ύπαρξής της.
2. Εκτός από Το παραπάνω αστείο, που είναι δομημένη πάνω στις Χριστιανικές ανοησίες, για την ανυπαρξία του Χριστιανικού Θεού, υπάρχουν άπειρα παραδείγματα. Δεν είναι ανάγκη να είσαι Φιλόλογος για να δεις ότι τα Ευαγγέλια διαφωνούν σχετικά με την ώρα της σταύρωσης, με το ποιες βρήκαν τον τάφο ανοικτό και τον Ιησού φευγάτο. Άλλο Ευαγγέλιο ισχυρίζεται ότι ο Ιησούς μετέφερε μόνος του τον Σταυρό του, άλλο ισχυρίζεται ότι ήταν τόσο βαριά μαστιγωμένος που τον μετέφερε ο Σίμων ο Κυρηναίος. Αλλά η ιστορία που καλείται να πιστέψει ο Χριστιανός είναι ότι μόλις ο Ιησούς είπε τετέλεσται, έγινε ταυτόχρονα έκλειψη Ηλίου (σε ολόκληρη τη Γη), φοβερός σεισμός από τον οποίο σκίστηκε το καταπέτασμα του Ναού και ότι οι νεκροί βγήκαν στους δρόμους της Ιερουσαλήμ, η πρώτη παρέλαση των Ζόμπι που καταγράφηκε ποτέ. Κανένας, μα κανένας ιστορικός δεν κατέγραψε αυτή τη σειρά των γεγονότων. Το χειρότερο από όλα, ο αναστημένος Χριστός εμφανίστηκε στους μαθητές του και τους διαβεβαίωσε ότι όποιοι τον πιστέψουν θα κάνουν τα εξής θαύματα׃θα διώχνουν δαιμόνια, θα μιλούν ξένες γλώσσες, θα τους δαγκώνουν φίδια και θα πίνουν δηλητήρια και δεν θα παθαίνουν τίποτα. Θα βάζουν τα χέρια τους πάνω σε αρρώστους και θα τους θεραπεύουν (Μάρκος 16,στίχοι 14 – 18). Κανένας Χριστιανός δεν έμαθε ξένη γλώσσα μόνος του (τι οικονομία που θα κάναμε), δεν τόλμησε να τον δαγκώσει φίδι ή να πιει υδροκυάνιο για να αποδείξει την αλήθεια του ισχυρισμού. Φυσικά στους γιατρούς τρέχουν για να γίνουν καλά.

