.

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2018

ΕΛΛΑΣ: Η αρχαία Ελληνική Φοινίκη της Ηπείρου




Το μαντείο και ο ναός του Άμμωνος στην όαση του Σιβάχ της Λιβυκής ερήμου, λεγόταν και Αμμωνία, Αμμωνιακή χώρα, (Πτολεμαίος IV, 5, 23) ή και…απλώς Άμμων ή Άμμωνος και «μαντείο των Αμμωνίων» και «το εν Λιβυκή μαντείο».
Η όαση, της Σιβάχ, κατά την αρχαιότητα ήταν πλούσια σε φοίνικες και πηγές. Περίφημη από αυτές ήταν η ονομαζόμενη «Κρήνη του Ηλίου» το νερό της οποίας, ήταν χλιαρό κατά την αυγή, ψυχρότερο κατά το μεσημέρι και μετά της μεσημβρινές ώρες άρχιζε να θερμαίνεται ούτως ώστε το βράδυ εξακολουθούσε να είναι χλιαρό, αλλά περί το μεσονύκτιο σχεδόν έβραζε, για να αρχίσει βαθμηδόν να χάνει τη θερμότητά του μέχρι ότου και πάλι την αυγή ήταν χλιαρό.
Στην πραγματικότητα, τουλάχιστον σήμερα, τίποτε παρόμοιο δεν παρουσιάζουν οι πηγές της οάσεως Σιβάχ, των οποίων το νερό κυμαίνεται μεταξύ των 28ο – 29ο βαθμών Κελσίου, έχει δηλαδή την φυσική διακύμανση του ενός βαθμού.
Αναφέρουν επίσης, ΑΜΜΩΝΙΑ ΓΡΑΦΗ ή ΑΜΜΩΝΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, το αρχαιότερο όνομα των ιερογλυφικών της Αιγύπτου.
Δεν έχει κατορθωθεί ακόμα να εξακριβωθεί από πότε ο Άμμων των Θηβών ετιμάτο στην Λιβυκή έρημο και απόκτησε τόπο ιδίου Μαντείου. Το πιθανότερο είναι ότι το μαντείο, τουλάχιστον, δεν είχε ιδρυθεί προ της εποχής των Ραμσιδών.
Αυτά αναφέρουν με λίγα λόγια οι ιστορικές πηγές για το Μαντείο του Αμμωνείου Διός της Σιβάχ.
Όσο η παγκόσμια φιλολογική κοινότητα, δεν στρέφει τη σκέψη της προς τις απαρχές της ελληνικής πραγματικότητας, τόσο θα απομακρύνονται από την αλήθεια, και τα αποτελέσματα θα προβληματίζουν κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο.
Το σημερινό μας άρθρο δεν έχει σκοπό να εισάγει νέα δαιμόνια, αλλά να φωτίσει την κοιτίδα της παλαιολιθικής εποχής, και συγκεκριμένα τη σημερινή βορειοδυτική Ελλάδα, που περιλαμβάνει το νησιωτικό σύμπλεγμα της Κέρκυρας – Παξών και την απέναντι Θεσπρωτική Ηπειρωτική ακτή. Εδώ και μόνο εδώ, πρέπει να σταθούμε γιά να κατανοήσουμε τα αρχαία μας κείμενα, για να δώσουμε λύση στα άλυτα προβλήματα της Ελληνικής Μυθιστορίας μας, και των αναφορών του Ορφέα, του Ομήρου, του Ησιόδου και των τραγικών μας που αναφέρουν στις Ραψωδίες τους.
Παρ’ όλες τις αντίξοες συνθήκες που επικρατούν, οι οποίες στο μέλλον θα γίνουν ακόμα πιο ζοφερές, εμείς με ηρεμία χωρίς ανταγωνιστική διάθεση απέναντι στην προπαγάνδα της παραπληροφόρησης, θα παραθέτουμε τον ορθό μας λόγο με ό,τι στοιχεία υπάρχουν, μέχρι που οι αναγνώστες μας να καταλάβουν, ότι εμείς δεν προσπαθούμε να παρασύρουμε τον αναγνώστη μας σε δικά μας συμπεράσματα, αλλά να του φωτίσουμε τα ήδη υπάρχοντα κείμενα, προς το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου. Εμείς δεν επιζητούμε να αποκτήσουμε οπαδούς, προς αλλότριους σκοπούς, απλά κρατώντας ένα λυχνοφάναρο, ως άλλοι συνοδοιπόροι του Διογένη, ψάχνουμε για ανθρώπους.
Η ελιτίστικη πνευματική άρχουσα τάξη δεν θέλει να καταλάβει, αφού θα αυτοαναιρεθεί, ή απλά, θα αποκαλυφθεί το πόσο μακράν της πραγματικότητας βρίσκεται η γνωστική τους υπόσταση· η απαξίωσή της, εκ μέρους όλων μας είναι η σκληρότερη τιμωρία και όχι η αντιπαράθεση απέναντί της.
Απ’ την πλευρά τους καλά κάνουν και υπερασπίζονται, αλλά και εμείς καλά θα κάνουμε να στρωθούμε στη δουλειά και να παρουσιάζουμε τα στοιχεία μας, με ήθος και πειθώ, προκειμένου όσοι διαβάσουν τα κείμενά μας να σχηματίσουν μια νέα αντίληψη, για τα νοήματα της Μυθιστορία μας, φτάνουν πιά το λόγια.
Ας ξετυλίξουμε το σημερινό κουβάρι της ιστορίας του Μαντείου της Σιβάχ, ξεκινώντας από την «Αμμώνεια γραφή ή Αμμώνεια γράμματα», όπου είναι το αρχαιότερο όνομα των ιερογλυφικών της Αιγύπτου.
Η ανωτέρω αναφορά συμβαδίζει με την αρχαία Ελληνική Μυθιστορία, αλλά έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την σύγχρονη ιστορία, η οποία μας κάνει αναφορά για «Φοινικικά γράμματα». Η συμπληρωματική πληροφορία ότι «το πιθανότερο είναι ότι το μαντείο, τουλάχιστον, δεν είχε ιδρυθεί προ της εποχής των Ραμσιδών», μας προϊδεάζει για πιθανή χρονολογία, αφού μας είναι εύκολο να προσδιορίσουμε βάση των Ραμσιδών τους χρόνους. Ραμσής Α΄± 1400, ακολουθεί ο γιός του Σέτι Α 1345-1304, και μετά ο γιός του Ραμσής Β΄ 1303-1213, π.Χ., εμείς δεν έχουμε να προσθέσουμε κάτι διαφορετικό στους λογίους των γραφείων, η να τους σχολιάσουμε.
Map_of_ancient_Epirus_and_environs_%2528
Αλλά η έμπρακτη αρχαιολογία, δηλαδή οι σωζόμενες πινακίδες μας μαρτυρούν άλλα. Συγκεκριμένα στο βιβλίο του Ιάκωβου Θωμόπουλου, «Τα Πελασγικά» στη σελίδα 455, υποσ. 1, διαβάζουμε κάτι μοναδικό και ανεπανάληπτο. Από το 1912 που εκδόθηκε το βιβλίο, δεν το έχει αντικρούσει κανείς το έργο του, ιστορικός ή φιλόλογος.
Διαβάζουμε: Το όνομα Τυρσηνοί ή Τυρρηνοί (Τούρα, Τούρουσα εν ταις Αιγυπτιακές επιγραφές της 14ης και 15ης χιλιετηρίδος π.Χ.) αρχαιότατον ανάγουσιν εις το θέμα τύρρις, τύρσις· πύργος, έπαλξις, προμαχών (Ησύχιος), πόλις διά τείχους περιβαλλομένη, τύρσος· το εν ύψει ωκοδομημένον (Σουΐδας). Πρβλ. το αλβαν. τόρρε-α περίβολος, περιφέρεια· (Βασκ. Λ. 460), τόρρε επίρρημα κύκλω.
Δεν έχουμε κάνει λάθος στην αντιγραφή, ΝΑΙ της 14ης και 15ης χιλιετηρίδος. Σε άλλο σημείο αναφέρει και πινακίδες της 17ης χιλιετηρίδος…
Είναι αξιοσημείωτο ότι η Βασκική γλώσσα σώζει τη λέξη τόρρε, ως επίρρημα, και μας την παραδίδουν κύκλω.
Αλλά ας ρίξουμε και μία ματιά πως εξηγεί ο Ησύχιος τις λέξεις κύκλους και τροχούς· τα τείχη. τροχόν δε το τείχος, Σοφοκλής Ηρακλεί (fr. 208)· κυκλώπιον τροχόν (αντί Κυκλώπεια τείχη). Ακόμα και ο γνωστός από την μυθιστορία «Κύκλωψ», παίρνει άλλη διάσταση, αφού σαν άνθρωπος σε όρθια στάση, δεν μπορείς να τον παρομοιάσεις κύκλο.
Όλα αυτά τρομάζουν στην κυριολεξία, διότι πλέον παίρνουν άλλη διάσταση οι λέξεις κύκλος και τροχός. Εδώ σταματώ διότι το θέμα μας δεν είναι αυτό, μόνο τούτο θα αναφέρω, ότι ο Πλάτωνας γνωρίζει τη σωστή έννοια των λέξεων, όταν αναφέρει τα κυκλικά τείχη της Ατλαντίδος, οπότε αλλάζει όλο το σκεπτικό για αυτά που γράφει.
Αλλά ας επανέλθουμε στο θέμα μας, το Μαντείο του Αμμωνείου Διός της Σιβάχ, έχει απαρχές του και στην αρχική κοιτίδα που σας ανέφερα. Απλούστατα ο θεός Δίας λεγόταν και «Αμμούν»· αλλά Δίας, Αμμούν, Άμμωνας, ταυτίζονται με τον «Διόνυσο» ο οποίος πάλι ταυτίζεται με τον Δία, ο οποίος ταυτίζεται με τον Φάνη.
Αλλά και στον Ορφέα, ο Φάνης αναφέρεται παντού· στην ορφική Θεογονία και στους ύμνους, Πρωτόγονος, Πρίαπος, ωογενής και πατήρ των Θεών και θνητών ονομαζόμενος και έφορος της ζωογόνου δυνάμεως· τούτο δε τον Φάνητα ωνομάζει σε άλλο μέρος, Ηρικαπαίον, Ήλιον και Διώνυσον, λέγοντας, – Διώνυσος απεκλήθη, «Ούνεκα δινείται κατ’ απείρονα μακρόν Ολύμπου».
Αλλού δε ωνομάζει αυτόν και Δία: «κέκλυθι Τηλεπόρου δίνης Ελικαυγέα κύκλον, / Ουρανίαις στροφάλιγξι περίδρομον αιέν ελίσσων, / Αγλαέ Ζεύ, Διώνυσε, Πάτερ Πόντου, Πάτερ Αίης, / Ήλιε παγγενέτορ, παναίολε χρυσοφεγγές.
1280px-Vikos_Gorge%252C_Epirus%252C_Gree
Αλλά γενέτειρα του Διονύσου είναι η παλαιολιθική «Δήλος», η Νύσα, όπου πρώτη ιέρεια και μάντισσα είναι η Θεά Θέτις. Ναι αλλά πρέπει να τονιστεί ότι ο Διόνυσος μεγάλωσε στη Φαιακία την σημερινή Κέρκυρα, και η πανάρχαιη Δήλος είναι το μικρό ιερό νησί των Παξών. Ως προς το τοπωνύμιο Σιβάχ ενισχύει ότι αναφέρουμε, αφού από τους Σαΐους πανάρχαιο Ηπειρωτικό – Θεσπρωτικό φύλλο, πηγάζει η λέξη Σίουα, ανθρώπινο φύλλο το οποίο εξελίσσει ο Όμηρος ονομάζοντάς τους Σαμίους.
Ο δρόμος πλέον είναι καθαρός για να κατανοήσουμε ότι τα «Αμμώνεια γράμματα» είναι ταυτόσημα με τα «Φοινικικά», όχι τα ιστορικά αλλά αυτά της παλαιολιθικής εποχής, αφού η αρχική Φοινίκη βρισκόταν και βρίσκεται στη Ήπειρο.
Ο Κάδμος με την Αρμονία του και τους συνοδούς του, αναγνωρίζονται ως γνήσιοι Ηπειρώτες, αφού δεν είχαν και μεγάλη απόσταση να διανύσουν μέχρι την Ελλάδα, διότι το πρότερον η Ήπειρος ονομαζόταν Ελλάς, όπως μας παραδίδει ο Αριστοτέλης, φυσικά από τους Ελλούς – Σελλούς, τους ιερούς υποφήτες της θείας ομφής. Η αναφορά, λοιπόν, ότι ο Κάδμος έφερε τα γράμματα από την Φοινίκη είναι αλήθεια. Όχι όμως την ιστορική, αλλά την παλαιολιθική Φοινίκη, την ευρισκόμενη στο Ελλαδικό χώρο, την μητρική και όχι από την αποικία της.

Υστερόγραφο:  


Ἡ Φοινίκη τῆς Λιβύης ἦταν ἀποικία τῶν φοινίκων τῆς Βορείου Ἠπείρου
(Από το βιβλίο τοῦ Θωμά Θύμιου).