.

Σάββατο 30 Μαρτίου 2019

Περί Πολιτικής - Δεν υπάρχει πολιτική χωρίς ιδεολογία;



Από την ιστορική εποχή, κατά την οποία εμφανίστηκε η πολιτική νεωτερικότητα (δηλ. από τα μέσα του 10ου αιώνα μέχρι σήμερα), η σύνδεση της πολιτικής ως μεθόδου ρύθμισης της κοινωνικής ζωής των ατόμων με την ιδεολογία είναι άρρηκτη και όπως αποδεικνύεται από την ιστορική εξέλιξη των δύο αιώνων υπήρξε και επιβεβλημένη και αναγκαία.

Εάν θελήσουμε να χρησιμοποιήσουμε μία μεταφορά η οποία εικονογραφεί τη σχέση ανάμεσα στην πολιτική και την ιδεολογία, δεν θα ήταν άλλη από την εικόνα του ομφάλιου λώρου.

Στη σύντομη αυτή ανάλυσή μας δεν θα επεκταθούμε σε ιστορικές αναλύσεις, αλλά θα επιχειρήσουμε να σκιαγραφήσουμε τις σχέσεις (στον πληθυντικό) ανάμεσα στην πολιτική και την ιδεολογία όπως αυτές διαμορφώνονται σήμερα (στην εποχή της ύστερης πολιτικής νεωτερικότητας), όταν παράγοντες, όπως π.χ. η οικονομία, οι επικοινωνιακοί μηχανισμοί και άλλοι, πρωταγωνιστούν στην οργάνωση και τη λειτουργία του κοινωνικού βιόκοσμου.

Ολοι μας, πολίτες και πολιτικοί, στο πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας διαπιστώνουμε παθολογικά φαινόμενα σχετικά με την ίδια την πολιτική. Ας αναφέρουμε δύο τέτοια χαρακτηριστικά φαινόμενα παθογένειας της πολιτικής, τα οποία στρέφονται εναντίον της ίδιας της πολιτικής ως πολιτικής.

Δηλαδή αμφισβητούν ό,τι από τη φιλοσοφική σκοπιά ονομάζουμε ουσία του πράγματος. Το «πράγμα», πολιτική ως προς την ουσία του, ορίζεται ως μέθοδος αναζήτησης της δίκαιης κοινωνίας και του ελεύθερου ατόμου. Η ίδια η ουσία της πολιτικής επιβάλλει τη σύνδεσή της με τις ιδέες της ελευθερίας και της δικαιοσύνης και ευρύτερα με τα ιδεολογικά συστήματα.

Στις μέρες μας τα δύο παθολογικά φαινόμενα, τα οποία στρέφονται εναντίον της σύνδεσης της πολιτικής με την ιδεολογία, είναι: πρώτον, η πολιτική ως τεχνοκρατία και, δεύτερον, η μεταδημοκρατία (τον όρο εισάγει στην προβληματική της πολιτικής φιλοσοφίας ο Colin Crouch).
Οσον αφορά το πρώτο, τα πράγματα είναι απλά και τα διαπιστώνει κανείς διά γυμνού οφθαλμού. Οταν μιλάμε για την πολιτική και την άσκησή της κατά το πρότυπο της τεχνοκρατίας, δεν εννοούμε ότι ειδικοί εμπειρογνώμονες εισηγούνται προς τους πολιτικούς σχέδια ή σχετικές προτάσεις, αλλά αναφερόμαστε στις περιπτώσεις εκείνες όπου οι ίδιοι οι πολιτικοί λαμβάνουν πολιτικές αποφάσεις ως τεχνοκράτες και όχι ως πολιτικοί.

Τα εμπειρικά παραδείγματα από την ελληνική αλλά και την ευρωπαϊκή πολιτική ζωή είναι πάμπολλα. Δεν αντιστέκομαι όμως στον επιστημολογικό πειρασμό να αναφέρω το παράδειγμα του συλλογικού οργάνου του Eurogroup. Σ’ αυτό το όργανο οι υπουργοί Οικονομικών των κρατών-μελών της ευρωζώνης λαμβάνουν αποφάσεις όχι ως πολιτικοί αλλά ως τεχνοκράτες.

Επαναλαμβάνω ότι η σύνδεση της πολιτικής με την ιδεολογία δεν μπορεί να είναι εξωτερική, αλλά αντιθέτως είναι εσωτερική και δεσμευτική για την άσκηση της πολιτικής.

Το κόμμα, το οποίο καλείται ο ψηφοφόρος να ψηφίσει στο πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, θα κριθεί με βάση το ιδεολογικό του πρόγραμμα, με βάση τις ιδέες του για το κοινωνικό κράτος, π.χ., ή για την οργάνωση του κράτους δικαίου.

Εάν οποιοδήποτε κόμμα ή οποιοσδήποτε άλλος θεσμός στο πλαίσιο του πολιτικού συστήματος αποσυνδεθεί από την ιδεολογία, τότε αυτή η οντότητα είναι καταδικασμένη να περιθωριοποιηθεί ή και να μετατραπεί σε γραφειοκρατικό μηχανισμό. Κάτι τέτοιο συμβαίνει στην ελληνική πολιτική σκηνή με κόμματα τα οποία δεν μπορούν να επανασυνδεθούν με την ιδεολογία τους.

Το φαινόμενο της «μεταδημοκρατίας» (κατά τον Crouch) συνδέεται και αυτό με την «ιδεολογική υποχώρηση της πολιτικής» (Derrida). Εχει όμως μία πιο συγκεκριμένη αναφορά, η οποία έχει να κάνει με τη διαδικασία της νομιμοποίησης των αποφάσεων.

Δηλαδή, στην περίπτωση του Eurogroup το συλλογικό αυτό όργανο είναι «μεταδημοκρατικό» επειδή οι συμμετέχοντες σ’ αυτό (τα μέλη του) δεν έχουν εκλεγεί για το πολιτικό έργο που επιτελούν. Βεβαίως είναι εκλεγμένοι όσοιβρίσκονται στα εθνικά Κοινοβούλιά τους και συμμετέχουν στις εθνικές κυβερνήσεις τους.

Αλλά η εθνική διαδικασία νομιμοποίησής τους δεν επεκτείνεται ούτε καλύπτει και τη συμμετοχή τους στο υπερεθνικό αυτό συλλογικό όργανο, το οποίο συνιστά την κατ’ εξοχήν κραυγαλέα συνθήκη μεταδημοκρατίας εντός της Ευρωπαϊκής Ενωσης και πιο συγκεκριμένα εντός της ευρωζώνης.
Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημανθεί ότι μετά την «πτώση του Τείχους» (1989), δηλαδή μετά την κατάρρευση των σοσιαλιστικών καθεστώτων, σε διεθνές επίπεδο διεξήχθη εκτενής συζήτηση για το «τέλος των ιδεολογιών».

Οπως αποδεικνύεται με την ιστορική εξέλιξη, επρόκειτο για ένα τεράστιο φιλοσοφικό και επιστημονικό σφάλμα, επειδή ούτε οι ιδέες πεθαίνουν ούτε τα ιδεολογικά συστήματα χρεοκοπούν.
Και οι ιδέες και οι ιδεολογίες ως ιστορικά και ανθρώπινα δημιουργήματα επαναπροσδιορίζονται και με τη σειρά τους καθορίζουν την πολιτική και σε τελική ανάλυση ρυθμίζουν τον κοινωνικό βιόκοσμο.
Η φιλοσοφική και πολιτική διαφορά ανάμεσα στον Συντηρητισμό και την Αριστερά υφίσταται από την εποχή της πρώιμης πολιτικής νεωτερικότητας μέχρι σήμερα. Εννοείται ότι τα περιεχόμενά της επαναπροσδιορίζονται και στις μέρες μας η σχέση ανάμεσα στον Συντηρητισμό και την Αριστερά αποκτά εντελώς νέο δυναμικό περιεχόμενο.

Οι συντηρητικοί κύκλοι σε διεθνές επίπεδο επιδιώκουν να καταργήσουν τις ιδεολογίες και να μετατρέψουν την πολιτική σε τεχνοκρατία.

Αντιθέτως, η αριστερή πολιτική και κοινωνική δυναμική επεξεργάζεται σε φιλοσοφικό και σε πολιτικό επίπεδο νέες ιδέες για την ελευθερία, τη δικαιοσύνη και την ισότητα, τις συγκροτησιακές ιδέες του ορθολογικού κοινωνικού βιόκοσμου.

Η Αριστερά εξ ορισμού συνιστά την οντότητα εκείνη η οποία σηκώνει στους ώμους της τον ορθολογικό μετασχηματισμό της κοινωνικής πραγματικότητας.


*καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης